Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Αστυπάλαια... Η πεταλούδα του Αιγαίου.

Ο τίτλος πιο συνηθισμένος από ποτέ. Στην καθιερωμένη έρευνα πριν από κάποιο ταξίδι μου ήταν οι 4 λέξεις που έβλεπα σχεδόν σε κάθε κείμενο-αφιέρωμα για την Αστυπάλαια. Και η αλήθεια είναι, ότι τουλάχιστον την πρώτη φορά, έπρεπε να ανοίξω τον google map για να συνειδητοποιήσω ότι, όντως, έτσι είναι. 

Καλοκαίρι 2012 λοιπόν, και πρώτη επίσημη, μεγάλης διάρκειας εξόρμηση η Αστυπάλαια. Φίλοι και γνωστοί μας είπαν τα καλύτερα, αφιερώματα σε περιοδικά και sites έλεγαν τα ίδια, οπότε φύγαμε. Παραλίες, φαράγγια, σπήλαια, Κυκλαδίτικη Χώρα παρ' ότι Δωδεκάνησα, νησάκια με γαλαζοπράσινα νερά και κοχύλια και πολλά ακόμα. Οι ώρες στο καράβι πολλές αλλά ήμασταν σίγουροι ότι θα άξιζε. Ή και να μην άξιζε... είναι αυτό που λένε, "η παρέα μετράει".

Τρίτη ξημερώματα φτάνουμε λοιπόν στο νησί, με πρώτη εικόνα το απόλυτο σκοτάδι. Μέχρι να σκάσουν τα πρώτα φωτάκια πρώτα της Χώρας και μετά του camping είσαι πλέον σίγουρος ότι η επιλογή σου ήταν λάθος. Αυτό, όμως, ισχύει μέχρι να πας στην πρώτη παραλία, μέχρι να κάνεις την πρώτα βόλτα στη Χώρα και μέχρι να μιλήσεις στον πρώτο Αστυπαλιώτη. 


Η διαμονή στο κάμπινγκ ιδιαίτερα αξιοπρεπής παρ' ότι έπεφτες σε παρέες που είτε δεν είχαν βρει δωμάτιο στη Μύκονο και στην Πάρο ή ήθελαν να γίνουν για λίγο εναλλακτικοί τύποι και να πουν ότι "Να, μωρέ, φέτος πήγα Αστυπάλαια". Βέβαια, στην παραλία μπροστά στο κάμπινγκ δύσκολα κολυμπάς αφού έχεις θέα και ακουστική το εργοστάσιο της ΔΕΗ. Αλλά, όταν θα ξυπνήσεις στις 6 το πρωί, έστω και μια βουτιά, αντί για τον καθιερωμένο σου καφέ, είναι σίγουρα καλύτερη επιλογή. 



Την πρώτη μέρα των διακοπών αποφασίσαμε να γνωριστούμε με το τουριστικό θέρετρο του νησιού, τον οικισμό Μαλτεζάνα. Αφού κολυμπήσαμε στην ομώνυμη παραλία, στο Μπλε Λιμανάκι (το οποίο είναι και αυτό που προτείνω, αρκεί να πας νωρίς, να βρεις σκιά και να το ευχαριστηθείς πριν έρθει ο κόσμος και το κλείσει τελείως) και τον Σχοινώντα, φάγαμε στο ταβερνάκι της κυρίας Ειρήνης πάνω στην παραλία και εκεί, ήταν και η πρώτη μας επαφή με τους ευγενείς και ιδιαίτερα φιλικούς Αστυπαλιώτες για να μάθουμε και τα μυστικά του τόπου. 


Το απόγευμα, φυσικά, έπρεπε να ξεκινήσει και η εξερεύνηση της Χώρας, καθώς η από κάτω άποψή της φαινόταν μαγευτική. Το κάστρο στην κορυφή είναι, όντως, ένα από τα ωραιότερα που έχω δει. Η πλατεία εξίσου. Τα μαγαζάκια της στην κεντρική πλατεία, αλλά και τα άλλα τα καλύτερα κρυμμένα κάπου στα σοκάκια τα αγάπησα επίσης. Και σίγουρα, αυτή η βόλτα δε θα ήταν η μοναδική. (Hint: Σοκολατίνα ganache στο "Αρχιπέλαγος")

Επόμενη μέρα και και αλλαγή... "φτερού". Αυτή τη φορά η πιο κοσμοπολίτικη παραλία του νησιού στην πιο εύφορη περιοχή του. Λιβάδι. Καθαρά, πράσινα νερά, αλλά καμία σχέση με την αμέσως επόμενη παραλία στη σειρά, τον Άγιο Βασίλειο. Εκτός, αν είσαι του γυμνισμού και προχωρήσεις λίγο ακόμα και φτάσεις στα Τζανάκια. Αλλά ακόμα και αν είσαι (ή και όχι) του γυμνισμού, πρέπει να είσαι σίγουρα και της πολυκοσμίας, καθώς η παραλία πολύ μικρή και συνήθως ο ένας πάνω στον άλλον. Οπότε, και πάλι για να την απολαύσεις στα μεγαλεία της, βάλε ξυπνητήρι. 

Η επόμενη μέρα περιλάμβανε κρουαζιέρα. Τα νησάκια Κουνούπα και Κουτσομύτη είναι πλέον κλασσικοί προορισμοί όσων πάνε Αστυπάλαια, λόγω των κρυστάλλινων, γαλαζοπράσινων νερών τους. Προσωπική αδυναμία ο Κουτσομύτης. Προσωπική συμβουλή να έχεις μαζί σου οπωσδήποτε ομπρέλα, πολύ αντηλιακό και φυσικά, καμία αλλεργία στον ήλιο. Σκιά μηδέν λοιπόν. Έτσι κι αλλιώς όμως, και στα δύο νησιά δε σου κάνει καμία αίσθηση να βγεις από τη θάλασσα. Λίγο η ζέστη, λίγο τα υπέροχα νερά.. θες να μείνεις εκεί για πάντα. Μη ξεχάσω να αναφέρω ότι εξίσου κλασσικό με αυτήν την κρουαζιέρα είναι και το "Θαλασσοπούλι", το σκάφος που θα σε πάει εκεί, με τον πιο φοβερό καπετάνιο που έχω γνωρίσει. Αφού γυρίσαμε, μια απογευματική βόλτα στον Πέρα Γιαλό, τρίτο οικισμό του νησιού και το παλιό λιμάνι, ήταν απαραίτητη για να κλείσει καλά ημέρα αλλά και να γλυκαθούμε λίγο με τους λουκουμάδες του τοπικού cafe και την θέα της δύσης τους ήλιου. 

                     

Την επόμενη μέρα μπορείς να την πεις και ημέρα ξεκούρασης. Όχι φυσικά ότι έλειπε το περπάτημα και η ωραία κούραση στο τέλος της ημέρας. Αποφασίσαμε όμως να εξερευνήσουμε τις κοντινές παραλίες μεταξύ κάμπινγκ και Μαλτεζάνας. Πλάκες και Στενό λοιπόν. Στην πρώτη θα χρειαστείς και πάλι το πρωινό ξυπνητήρι για θέματα απόλαυσης και σκιάς, αλλά και λίγο καλύτερα παπούτσια από τις κλασσικές σαγιονάρες για να κατέβεις. Τα νερά όμως θα σε αποζημιώσουν και πάλι. Το Στενό, ακριβώς δίπλα, λίγο πιο οργανωμένο, με beach bar, ξαπλώστρες αλλά και αρκετά δέντρα για σκιά και άλλα μικρά μυστικά για να ανακαλύψεις και... να φας. 

Τελευταία μέρα με εξερεύνηση σε πιο απομακρυσμένες παραλίες του νησιού που σε άλλη περίπτωση σου χρειάζεται οπωσδήποτε πολύ καλό τζιπάκι, και πάλι θα δυσκολευτείς. Βάτσες, Καμινάκια, Άγιος Ιωάννης. Ο τελευταίος, εντελώς παρθένα παραλία και μέρος, θα απολαύσεις το κολύμπι, αλλά θα χρειαστείς και πάλι ομπρέλα. Στα Καμινάκια, έχουν φροντίσει και έχουν μεταφέρει κάποια αρμυρίκια για επιπλέον σκιά αλλά και για την υποστήριξη της τοπικής ταβέρνας της Λίντας (είναι πλέον διάσημη, και με το δίκιο της-εγώ αγάπησα το φρέσκο ψωμί της αλλά και τους ντοματοκεφτέδες της). 

Τελικώς, τα φαράγγια οι πεζοπορικές διαδρομές που μας είχαν ενημερώσει δεν τα είδαμε ποτέ, καθώς η πρόσβαση ήταν δύσκολη χωρίς δικό σου, καλό μέσο, όμως, οι εικόνες που μαζέψαμε από όλες τις ημέρες που μείναμε φτάνουν και περισσεύουν για να έχουμε να θυμόμαστε τον χειμώνα που έρχεται