Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Ανάφη, μικρό νησί με μεγάλα μονοπάτια!

Κι εκεί που έχεις κανονίσει τις διακοπές σου σε συγκεκριμένο νησί, σου σκάει στο ίντερνετ πρόγραμμα εναλλακτικό, σε μέρος που πάντα ήθελες να πας, κάνοντας πράγματα όχι τόσο συνηθισμένα για διακοπές.

Προορισμός: Ανάφη, Διαμονή: Ρούκουνας, Διάρκεια: 7 ημέρες. 

Φτάνοντας στο νησί ξημερώματα, η πλέον κατάλληλη ώρα για να σε καλωσορίσουν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου. Ξεφορτωνόμαστε για λίγο τα πράγματα για μια επίσκεψη στο μοναδικό φούρνο του νησιού που μόλις είχε ανοίξει, καθώς οι μυρωδιές του μας είχαν σπάσει τη μύτη. Στη συνέχεια, επιβάλλεται μια πρώτη γνωριμία με την πανέμορφη Χώρα, περπατώντας στα πανέμορφα και από τα πιο καθαρά κυκλαδίτικα σοκάκια, φτάνοντας μέχρι την κορυφή και τα ερείπια του κάστρου. 

Αμέσως μετά, κατηφορίζουμε για Ρούκουνα, τη διάσημη πλέον παραλία για γυμνιστές και free campers, που κάποτε συναγωνιζόταν άνετα τα Μάταλα. Αυτόν τον Σεπτέμβρη είχαμε μείνει λίγοι εκλεκτοί, αλλά και τολμηροί όσοι μπορούσαμε να αντέξουμε τον δυνατό αέρα. 

Το ίδιο βράδυ ήταν προγραμματισμένο να γίνει το τοπικό πανηγύρι της Παναγίας της Καλαμιώτισσας, το οποίο ακυρώθηκε λόγω καιρικών συνθηκών, αφού οι μουσικοί του έμειναν στη Σαντορίνη. Και κάπου εκεί, αρχίζεις και συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι σε ένα νησάκι άγονης γραμμής, με 250 άτομα μόνιμους κατοίκους, και το βασικό χωρίς ούτε ένα φαρμακείο. Όλο αυτό έχει την ομορφιά του αν είσαι επισκέπτης και σου αρέσουν οι πρωτόγονες και απλές καταστάσεις, αν είσαι όμως ο ηλικιωμένος κάτοικος του νησιού, θα ζεις με το φόβο της επόμενης μέρας. 

Η ακύρωση αυτή λοιπόν ήταν ευκαιρία για ξεκούραση, καθώς από την επόμενη άρχιζαν οι πεζοπορικές διαδρομές σε όλο το νησί. Διαδρομή #1: Καστέλλι. Ξεκινώντας από τον Ρούκουνα, αρχικά περπατώντας στην άσφαλτο και στη συνέχεια στο μονοπάτι, φτάνουμε στην αρχαία πόλη με το εκκλησάκι και τα απομεινάρια αρχαίου ναού. Συνεχίζοντας λίγο ακόμα, εκτός μονοπατιού, ανεβαίνουμε στην κορυφή για μια εκπληκτική θέα του Ρούκουνα, αλλά και πανοραμικά ενός μέρους του νησιού. 

Την ίδια μέρα, για το μπάνιο μας επιλέξαμε μια από τις προσωπικά αγαπημένες παραλίες του νησιού, κοντά στο λιμάνι, το Κλεισίδι. Τα αρμυρίκια προσφέρουν όχι μόνο σκιά, αλλά και καταφύγιο σε κάποιες περιπτώσεις, με αποτέλεσμα, αν βρεθείς εκεί Σεπτέμβρη να αρχίσεις να τουρτουρίζεις. Ακριβώς από πάνω από την παραλία, είναι η ταβέρνα της Μαργαρίτας, που είναι και η μοναδική που επισκεφθήκαμε παραπάνω από 1 φορά. Ίσως η ταβέρνα με τη πιο ωραία θέα, χωρίς υπερβολές. Δε χρειάζεται να πω για το πόσο άξιζαν φαγητό και επιδόρπια. Ή μάλλον, μπορεί απλά εμείς να ήμασταν τόσο πεινασμένοι και κουρασμένοι, καθώς πριν καταλήξουμε στην Μαργαρίτα, δοκιμάσαμε ακόμα ένα μονοπάτι, αυτό προς τις επόμενες παραλίες του νησιού, και συγκεκριμένα στο Κατσούνι και τη Φλαμουρού. 

Η επόμενη μέρα μπορεί και να χαρακτηριστεί συνέχεια την προηγούμενης πεζοπορίας στο Καστέλλι, αλλά με λίγο διαφορετική διαδρομή. Αφού, θέλοντας και μη, περιπλανηθήκαμε άσκοπα σε μονοπάτια του νησιού, κοντά στην περιοχή Μηλιές, στη συνέχεια, βρεθήκαμε στην Ιερά Οδό, η οποία θα μας έβγαζε κατ' ευθείαν στο μοναστήρι Ζωοδόχου Πηγής και τα ερείπια του Ναού Απόλλωνα. Μπορεί σήμερα να μη το επισκεφθήκαμε, καθώς πέσαμε σε ώρα κοινής ησυχίας, αλλά κολυμπήσαμε στην παραλία του μοναστηριού ή αλλιώς Πρασσιές, σχεδόν ιδιωτικά. 

Η επόμενη μέρα ήταν και το must του νησιού. Ανάβαση στον Κάλαμο, δεύτερο ψηλότερο μονόλιθο της Ευρώπης, μετά το Γιβραλτάρ. Ανεπανάληπτη εμπειρία και η θέα να μην την χορταίνεις. Όλο το νησί ακριβώς μπροστά σου. Το μοναστήρι της Καλαμιώτισσας που βρίσκεται εκεί, μπορεί να είναι παρατημένο, αλλά δεν είναι εγκαταλελειμμένο. Όσο κουραστική κι αν ήταν η διαδρομή (που εγώ προσωπικά τη βρήκα αρκετά βατή με καλοδιατηρημένο μονοπάτι), τόσο θες να κάτσεις εκεί πάνω και να μη ξεκινήσεις ποτέ την κατάβαση. Έγινε η αρχή και την ξεκινήσαμε όμως, καθώς το απόγευμα μάς περίμενε το ραντεβού μας με τον μελισσοκόμο για μια εναλλακτική ξενάγηση στα μέρη του.

Ξέροντας ότι φτάνει σιγά-σιγά η μέρα της επιστροφής και έχοντας τη συνηθισμένη μελαγχολία, ίσως ήταν αυτός ο λόγος που βρήκα την επόμενη διαδρομή από τις πιο ενδιαφέρουσες και με την πιο ωραία κατάληξη. Άγιος Δημήτριος και Άγιος Αντώνιος και το τοπίο με το που αντικρίσαμε το ξωκλήσι του Αγίου Αντωνίου με τους τρεις σταυρούς μαγευτικό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, εξίσου πρωτότυπο και διασκεδαστικό, καθώς βρεθήκαμε με κατοίκους και επισκέπτες του νησιού σε κεντρικό μαγαζί της Χώρας, όπου ο κυρ-Μανώλης και ο εγγονός του μας έπαιξαν με την τσαμπούνα του. Αν αυτό δεν είναι αυθεντική παράδοση, τότε τι; 

Η επόμενη και τελευταία μέρα ήταν ίσως και η πιο εξαντλητική. Παρ' όλο που υπήρχε το άγχος του χρόνου για τις ετοιμασίες και το ξεστήσιμο της σκηνής, ξεκινήσαμε μαζί με δύο νέους φίλους που γνωρίσαμε εκεί για την ψηλότερη κορυφή του νησιού, τη Βίγλα. Πάλι εκτός μονοπατιού, μέσα από αγκαθάκια και κλαδάκια που ακόμα βλέπω στα πόδια, όμως και πάλι η θέα όλου του νησιού, απ' όποια πλευρά και να κοιτάξεις, απλώς εκπληκτική. Στη συνέχεια, αφού χωρίστηκε η ομάδα, εμείς συνεχίσαμε προς Δρέπανο και παραλία Λιβοσκοπού. Η κούραση μεγάλη, η έλλειψη νερού υπαρκτό πρόβλημα, όμως μόλις αντικρίσαμε την παραλία, αλλά και το καΐκι που ήταν αραγμένο εκεί, η ενέργεια που πήραμε ήταν όση ακριβώς χρειαζόμασταν για την επιστροφή. Επιπλέον, βουτώντας στα παρθένα νερά και κολυμπώντας μέχρι το καΐκι, έχουμε να θυμόμαστε τον ωραιότερο φραπέ που έχουμε πιει ποτέ, αλλά και το ωραιότερο, φυσικό αναμνηστικό που έχουμε κρατήσει: ένας φυσικό αστερία κατ' ευθείαν από τα δίχτυα του ψαρά. Όλη αυτή η κούραση της ημέρας, ίσως να είναι και ο λόγος που μας οδήγησαν στην νικητήρια ταβέρνα του νησιού, με το γευστικότερο φαγητό, την ωραιότερη διακόσμηση και την πιο γλυκιά οικοδέσποινα: Αστραχάν. 

Κάπου εδώ, ξαναμπαίνουμε στον Πρέβελη να μας πάει πίσω στην Αθήνα, με συγκεντρωμένη όλη την κούραση των ημερών, αλλά από την άλλη με ένα μικρό παράπονο, που αφήσαμε ανεξερεύνητο ένα τελευταίο μονοπάτι του νησιού προς Λακκούς. Ίσως, βέβαια, να έγινε και επίτηδες, ώστε να υπάρχει η αφορμή για επόμενη επίσκεψη. Αν και τώρα που μπορώ να πω ότι τη γνώρισα καλά την Ανάφη, δεν χρειάζεται καμιά αφορμή για επίσκεψη. 
Απλώς, πρέπει να το κάνεις.